Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Ποιές αλλαγές θα πρέπει να κάνει η οικογένεια που το παιδί της μπαίνει στην εφηβεία.



ΘΕΜΑ: Ποιές αλλαγές θα πρέπει να κάνει η οικογένεια που το παιδί της μπαίνει στην εφηβεία.


ΠΟΛΙΤΑΚΗ ΜΑΡΚΕΛΛΑ
ΑΘΗΝΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2013


















ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Κάθε οικογένεια εξελίσσεται μέσα από ένα «κύκλο ζωής». Σε κάθε κύκλο πρέπει να διαφοροποιεί τη λειτουργία της, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μελών της. Έτσι και στην εφηβεία η οικογένεια πρέπει να προσαρμόσει τη λειτουργία της κατάλληλα ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει στο δύσκολο έργο ανατροφής του παιδιού της.
Σε κάθε κοινωνία η μετάβαση από την παιδική στη νεανική ηλικία γίνεται με διαφορετικό τρόπο. Σε άλλες κοινωνίες τα παιδιά μαθητεύουν κοντά σε δασκάλους και η μετάβαση επισημαίνεται με τελετές. Σε άλλες κοινωνίες πάλι το παιδί μεταβαίνει στο κόσμο των ενηλίκων μόλις γίνεται σωματικά ικανό για εργασία. Στη σύγχρονη αστική κοινωνία η εφηβεία αποτελεί μια μακρόχρονη περίοδο προετοιμασίας για τον κόσμο των ενηλίκων, μέσα στο προστατευτικό πλαίσιο της οικογένειας.( Τριανταφύλλου Κ.,2009, σελ. 12,)
Η περίοδος της εφηβείας είναι αυτά τα 6-7 δύσκολα χρόνια ανάμεσα στη παιδική ηλικία, που χαρακτηρίζεται από ανευθυνότητα και εξάρτηση από τους γονείς, και στην ενηλικίωση, που χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα για τις πράξεις μας και ανεξαρτησία από το οικογενειακό περιβάλλον. Η εφηβεία αποτελεί τη λιγότερο οριοθετημένη φάση της ζωής, ένα μεταβατικό στάδιο στην εξέλιξη της. Η ενηλικίωση προσεγγίζεται σιγά σιγά, με μικρά περιστατικά και συχνά δημιουργείται διαφωνία για τη φάση της εξέλιξης στην οποία βρίσκεται το παιδί και συνεπώς για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του. ( Τριανταφύλλου Κ.2009, σελ. 11)
Στη δική μας κοινωνία δεν υπάρχουν αυστηρά πλαίσια μέσα από τα οποία περνά ο έφηβος σε κάποια φάση, για να προετοιμαστεί να αναλάβει τις ευθύνες της ενήλικης ζωής. Η προετοιμασία είναι σταδιακή και σε αυτό συμβάλλει και η μακρόχρονη εκπαίδευση. Το βάρος πέφτει στην οικογένεια που πρέπει να καθοδηγήσει τον έφηβο στο στόχο του, δηλαδή στο να αποκτήσει αυτονομία, κοινωνική οικονομική και συναισθηματική. ( Δραγωνά –Ντάβου, 1992,σελ 29 )
Σύμφωνα με τον Minuchin « η οικογένεια έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ανάμεσα σε δύο ακραία είδη σχέσεων : τις υπερ-εμπλεγμένες σχέσεις και τις απεμπλεγμένες. Υπερ-εμπλεγμένη είναι η σχέση μητέρας και μικρών παιδιών. Οι υπερ-εμπλεγμένες σχέσεις της παιδικής ηλικίας εξελίσσονται στην εφηβεία σε σχέσεις μικρότερης εμπλοκής. Τα δύο αυτά είδη σχέσεων δημιουργούν προβλήματα σε μεταβατικές περιόδους, όπως η εφηβεία. Αν οι γονείς παραμείνουν στο αρχικό πρόβλημα της υπερανάμειξης, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αντίστοιχα, πρόβλημα θα υπάρξει, εάν οι γονείς είναι τόσο απεμπλεγμένοι, ώστε να μην τους απασχολήσει πως ο έφηβος άρχισε να μην πηγαίνει στο σχολείο. ( Δραγωνά –Ντάβου, 1992,σελ 30 )




Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


Η οικογένεια και η συγγένεια είναι οι σημαντικότεροι κοινωνικοί θεσμοί. Ανεξάρτητα από τις μορφές που εμφανίζονται τους συναντάμε σε όλες τις κοινωνίες διότι αποτελούν την κύρια μορφή οργάνωσης της συλλογικής ζωής του ανθρώπου.
Οι βασικοί σκοποί που επιδιώκονται με αυτούς τους θεσμούς είναι η βιολογική αναπαραγωγή της κοινωνίας ( οικογένεια ) , η ανατροφή των απογόνων, η εκπαίδευση και αγωγή τους, η προστασία των ατόμων που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς συγγένειας.
Η οικογένεια έχει ως πυρήνα στο ξεκίνημα της την ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων. Κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ένωσης και ένα από τα βασικά της γνωρίσματα είναι η αποδοχή ή η επιδίωξη τεκνογονίας.
Ο γάμος είναι ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος θεσμός για την ένωση των δύο ετερόφυλων προσώπων και χαρακτηρίζεται από:
  • Την αμοιβαία πρόθεση για μακρόχρονη διατήρηση της.
  • Την συνοίκηση των συζύγων.
  • Την αμοιβαία πρόθεση αναπαραγωγής.
  • Την ρύθμιση των γενετήσιων σχέσεων μεταξύ τους αλλά και με τα υπόλοιπα πρόσωπα εντός και εκτός της οικογένειας.
  • Την οικονομική τους συνεργασία.
  • Την ανάληψη από κοινού της ανατροφής, των υποχρεώσεων διατροφής και αποκατάστασης των τέκνων τους.( Τσαούσης Δ. 2004,σελ 435,438)


Οι οικογένεια περιλαμβάνει τους συζύγους ( γονείς ), τα παιδιά τους και τρίτα πρόσωπα με τα οποία οι γονείς έχουν στενούς δεσμούς συγγένειας. Υπάρχουν διάφορα είδη οικογένειας που μπορούν να καταταχθούν σε δύο κατηγορίες :
Τις μονογαμικές που έχουν σαν πυρήνα τους τους δύο συζύγους και τις πολυγαμικές οικογένειες που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες παράλληλες οικογένειες.
Στις μονογαμικές ο κυριότερος τύπος είναι αυτός που η συζυγική οικογένεια αποτελείτε από τους δύο γονείς και τα ανήλικα παιδιά τους, ενώ στην πολυγαμική, οι παράλληλες οικογένειες συνδέονται μεταξύ τους με περισσότερους από ένα γάμο του ενός τουλάχιστον από τους δύο συζύγους.( Τσαούσης Δ. 2004, σελ 441)
Ιδιαίτερο τύπο οικογένειας αποτελεί και η μονογονεϊκή οικογένεια που σε αντίθεση με τη συζυγική, αποτελείτε από ένα ενήλικα και τα ανήλικα παιδιά του. Μπορεί να είναι μητροκεντρική, που είναι και η πιο συνηθισμένη μορφή ή πατροκεντρική, ανάλογα με το ποιός από τους δύο γονείς αποτελεί τον αρχηγό της οικογένειας.
Αυτές οι οικογένειες προέρχονται από γάμους που λύθηκαν με τον θάνατο του ενός συζύγου ( χηρεία) ή με διαζύγιο, που οι σύζυγοι έχουν δηλαδή χωρίσει και από γονείς εξώγαμων παιδιών.( Τσαούσης Δ. 2004, σελ 443)
Η οικογένεια είναι ένα συστατικό της κοινωνίας, μια κοινωνική ομάδα που συνδυάζει ταυτόχρονα τα χαρακτηριστικά ενός θεσμού και μιας ομάδας που παγιώνεται και ολοκληρώνεται, τόσο χάρη σε εξωτερικά κοινωνικά φαινόμενα όσο και σε εσωτερικά φαινόμενα ( τις ψυχολογικές ανάγκες και θεσμούς ).
Ο θεσμός της οικογένειας εντάσσεται στην καθολική κοινωνία και θεωρείται ένα σύστημα το οποίο διατηρούν τα μέρη που το αποτελούν. Έτσι λοιπόν η οικογένεια είναι μια ομάδα ατόμων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και έχουν ρόλους ζευγαρωτούς ( για παράδειγμα ο ρόλος του συζύγου- πατέρα, γιού- αδελφού ).
Οι κανόνες της καθορίζουν το ρόλο που αρμόζει σε κάθε θέση, τον τρόπο που θα διατηρηθεί η αμοιβαιότητα και με τον οποίο πρέπει να αλλάζουν οι ρόλοι αυτοί ανάλογα με την ηλικία των ατόμων αλλά όχι και η θέση που αυτά κατέχουν μέσα στην οικογένεια.
Η οικογένεια έχει μια προβλέψιμη πορεία, μια ιστορία, που οι φάσεις της εκτυλίσσονται ανάλογα με τους κύκλους οι οποίοι αρχίζουν με το ζευγάρι άντρας – γυναίκα, γίνονται πιο περίπλοκοι με τη γέννηση των παιδιών και ξαναπεριορίζονται στο αρχικό ζευγάρι όταν τα παιδιά παντρευτούν και αποκτήσουν επαγγελματική απασχόληση. Η ποιότητα και ο τύπος της αλληλεπίδρασης εξελίσσονται παράλληλα με τις αλλαγές που επιφέρει η ηλικία των μελών της οικογενειακής ομάδας αλλά και η σύνθεση της. Κάθε άτομο προσπαθεί να ικανοποιήσει τις βασικές του επιθυμίες . Υπάρχουν φάσεις της οικογενειακής ανάπτυξης κατά τις οποίες γονείς και παιδιά βρίσκονται σε αρμονία και άλλες κατά τις οποίες οι επιθυμίες τους συγκρούονται.
Γενικά, διακρίνονται επτά οικογενειακοί κύκλοι:
  • Η περίοδος κατά την οποία το νέο χωρίς παιδιά ζευγάρι είναι παντρεμένο για λιγότερο από 4 χρόνια
  • Η περίοδος που τα παιδιά είναι προσχολικής ηλικίας ( κάτω των 6 ετών )
  • Η περίοδος κατά την οποία τα παιδιά είναι σχολικής ηλικίας ( από 6 ως 12 ετών )
  • Η περίοδος που τα παιδιά είναι εφηβικής ηλικίας ( 13 ως 18 ετών )
  • Η περίοδος όπου τα παιδιά έχουν περάσει το 18ο έτος της ηλικίας τους αλλά μένουν ακόμα με τους γονείς
  • Η μεταγονεϊκή περίοδος ( όπου ο πατέρας εργάζεται ακόμα αλλά τα παιδιά έχουν εγκαταλείψει τη γονεϊκή στέγη )
  • Η περίοδος όπου οι γονείς είναι συνταξιούχοι.
Όταν υπάρχουν πολλά παιδιά οι παραπάνω κύκλοι προσδιορίζονται από την ηλικία του μεγαλύτερου. Ο κάθε κύκλος μπορεί να ταυτιστεί με τις πηγές σύγκρουσης και συνοχής που τον χαρακτηρίζουν.
Κάθε κύκλος μπορεί να αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τρεις διαστάσεις αύξουσας πολυπλοκότητας :
Α) τις διαφοροποιούμενες υποχρεώσεις και τις προσδοκίες ρόλων των παιδιών.
Β) τις διαφοροποιούμενες υποχρεώσεις και τις προσδοκίες ρόλων των γονέων.
Γ) τις υποχρεώσεις της οικογένειας οι οποίες προκύπτουν από πολιτισμικές επιταγές κατά τους διάφορους κύκλους της οικογενειακής ανάπτυξης όσο και από τις απαιτήσεις ανάπτυξης των γονέων και των παιδιών. (Μισέλ Α.,2000,σελ. 26-29)
Η οικογένεια αποτελεί ένα σύστημα και κάθε μεταβολή σε κάποιο σημείο του συστήματος επηρεάζει το σύνολο του έτσι ώστε να προσαρμοστεί σε αυτή την αλλαγή και να αποκτήσει μια νέα κατάσταση ισορροπίας.
Τα ζωντανά συστήματα εξελίσσονται, έτσι και η οικογένεια βρίσκεται σε μια συνεχή εξέλιξη και αλλαγή. Ειδικά στην Ελλάδα που μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, το πέρασμα από την αγροτική στη βιομηχανική και στη μεταβιομηχανική κοινωνία έγινε με γρήγορους και άναρχους ρυθμούς, οι αλλαγές στην οικογένεια συντελέστηκαν με παρόμοιο τρόπο. Έτσι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικογένειας που την διαφοροποιούν από την οικογένεια πριν από μερικές δεκαετίες, είναι ότι η γυναίκα εργάζεται και έχουν αλλάξει οι παραδοσιακοί ρόλοι των δύο φύλων. Υπάρχει αύξηση των διαζυγίων και μείωση του αριθμού των παιδιών ανά οικογένεια. Επίσης υπάρχει μείωση των συμβατικών γάμων και εμφάνιση μη συμβατικών οικογενειών και τα ζευγάρια που ζουν χωρίς γάμο. Η οικογένεια είναι ένας σταθερός θεσμός που μπορεί να επιβιώνει ανεξάρτητα από τις συνεχής μεταβολές και εξελίξεις και την κρίση αξιών που χαρακτηρίζει την σημερινή κοινωνία. Η ευρύτερη κοινωνική και πολιτισμική ομάδα στην οποία ανήκει μια οικογένεια επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις αξίες και τις αρχές που την διέπουν.
Η οικογένεια ως σύστημα ακολουθεί ορισμένες αρχές που την βοηθούν στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών:
  • Η συμπεριφορά και το πρόβλημα που μπορεί να παρουσιάσει ένα παιδί δεν είναι μόνο δικό του αλλά είναι και αποτέλεσμα του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο ανήκει, δηλαδή στην οικογένεια που είναι ενταγμένη σε ένα κοινωνικοπολιτισμικό και πολιτικό πλαίσιο. Π.χ. αν υπάρχει πρόβλημα στη σχέση των γονέων ή προσωπικά προβλήματα του ενός γονέα πολύ πιθανό να προκληθούν δυσλειτουργίες σε κάποιο παιδί. Όπως επίσης και η καλή, ισορροπημένη σχέση του ζευγαριού και ψυχική υγεία του κάθε γονέα ξεχωριστά αποτελούν την καλύτερη εγγύηση για τη δημιουργία ισορροπημένων παιδιών.
  • Η συμπεριφορά και η στάση κάθε μέλους ή υποσυστήματος της οικογένειας επηρεάζουν και την στάση των άλλων μελών και υποσυστημάτων της. Έτσι αν ένα παιδί παρουσιάζει πρόβλημα, η αλλαγή και προσαρμογή της στάσης
και συμπεριφοράς των γονέων μπορεί να συμβάλλει θετικά.
  • Η οικογένεια με ασυνείδητο τρόπο καθορίζει τους ρόλους στα παιδιά της, γεγονός που προκαθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη τους. Αυτοί οι ρόλοι είναι συχνά συμπληρωματικοί μεταξύ τους, δηλαδή το άτακτο και το καλό παιδί, το ήσυχο και το ζωηρό κ.α. Παρατηρείτε ότι αν το παιδί πάρει το ρόλο του καλού, θυσιάζει πολλές φορές τις δικές του προσωπικές επιθυμίες για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των γονιών του και ενδέχεται να παρουσιάσει κάποια προβλήματα στο μέλλον. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά αυτά που διανύουν την εφηβεία χωρίς να παρουσιάσουν προβλήματα και αντιδράσεις προς το περιβάλλον.
  • Αν μέσα στην οικογένεια υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα όπως για παράδειγμα στην διαπροσωπική σχέση των γονιών, το παιδί βιώνει ανασφάλεια. Η ανασφάλεια που βιώνει μπορεί να το οδηγήσει υποσυνείδητα στην δημιουργία δικών του προβλημάτων για να μπορέσει να τραβήξει τη προσοχή της οικογένειας και να τη διατηρήσει ενωμένη. Το παιδί έτσι αναλαμβάνει το ρόλο του «σωτήρα» του οικογενειακού συστήματος.
  • Κάθε οικογένεια όπως αναφέρθηκε τηρεί κάποιους κανόνες που θέτονται από τους γονείς. Ο καθορισμός των κατάλληλων ορίων αποτελεί ένα βασικό παράγοντα για να νιώθουν ασφάλεια τα μέλη της αλλά αποτελεί και την συνηθισμένη αιτία αντιδράσεων των παιδιών. Είναι πολύ βασικό οι γονείς να ασχολούνται με τα παιδιά και να τους παρέχουν μέσα από ξεκάθαρη επικοινωνία σαφής και σταθερές αρχές χωρίς αντιφατικά μηνύματα. Να υπάρχει η δυνατότητα συζήτησης και η ενθάρρυνση στο να σκέφτονται και να δοκιμάζουν τα ίδια. Έτσι το παιδί τηρεί πιο εύκολα τους κανόνες αν είναι βέβαιο για την αγάπη αυτών που τους θέτουν και αν τα όρια που τους επιβάλλουν έχουν κάποια ελαστικότητα. (Τριανταφύλλου Κ.,2009,σελ.44-47)
Η οικογένεια σήμερα αποτελείται από τους δύο γονείς και κατά μέσο όρο από δύο παιδιά. Ο μικρός αριθμός παιδιών στερεί από τον έφηβο από την πρώτη κοινωνική ομάδα , την ομάδα των αδελφών, μέσα στην οποία το κάθε παιδί στην παραδοσιακή πολυμελή οικογένεια, μαθαίνει να λύνει πολλά προβλήματα που δεν μπορούσαν να του λύσουν οι γονείς. Έτσι σήμερα όταν μιλάμε για οικογένεια εννοούμε κυρίως τους γονείς, παρόλο που και άλλα μέλη της οικογένειας παίζουν συχνά ρόλο στην εξέλιξη του εφήβου.( Δραγωνά Θ.-Ντάβου Μ.,1992,σελ 30)
Οι γονείς πρέπει να ασκούν κάποιο έλεγχο και να θέτουν όρια, για να μπορέσουν να καθοδηγήσουν και να προστατέψουν τα παιδιά τους. Οι έφηβοι χωρίς να απορρίπτουν και να αμφισβητούν δε μπορούν να μεγαλώσουν και να αποκτήσουν αυτονομία. Η διαδικασία αυτής της ωρίμανσης είναι από τη φύση της συγκρουσιακή. Έτσι η δημοκρατικές σχέσεις μεταξύ γονέων και εφήβων δε σημαίνει πως δε θα υπάρχει καμία εξουσία, ούτε ότι οι γονείς θα φέρονται στους εφήβους σαν να είναι συνομήλικοι τους. Η οικογένεια είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει ο έφηβος να μάθει να διαπραγματεύεται κάτω από άνισες συνθήκες, όπως και αργότερα θα πρέπει να το κάνει στην κοινωνία.


Ο ΓΟΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ.


Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ρόλους στη ζωή του ανθρώπου και τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι τα εξής :
  • Οι γονείς βρίσκονται ανάμεσα σε δύο άκρα, την αποδοχή και την απόρριψη του παιδιού. Η στάση τους συνυπάρχει και με ανάλογη συμπεριφορά ηπιότητας και συνεργασίας ή βιαιότητας και οξυθυμίας, έτσι συμβάλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών με υγιή χαρακτηριστικά ή αντίθετα παιδιών με ανασφάλεια, έλλειψη αυτοεκτίμησης, εμπιστοσύνης, φόβου και θυμού. Η αποδοχή τους μέσα στην οικογένεια πρέπει να είναι χωρίς όρους και προϋποθέσεις, για παράδειγμα να πρέπει να είναι το παιδί καλός μαθητής, για να το αποδέχονται και να το αγαπούν οι γονείς.
Πρέπει να μπορούν να αποδοκιμάζουν την πράξη με την οποία δε συμφωνούν αλλά όχι το ίδιο το παιδί ως σύνολο.
  • Η επιβολή της πειθαρχίας με την αρχή του δίνω-παίρνω. Για να πειθαρχεί το παιδί στους κανόνες της οικογένειας, βασική προϋπόθεση είναι να αισθανθεί ότι οι ανάγκες του για ασφάλεια και αγάπη έχουν καλυφθεί, καθώς και ότι οι γονείς ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτό.
  • Η διαδικασία με την οποία η γονείς ασκούν έλεγχο στο παιδί. Ο ώριμος και ασφαλής γονέας μπορεί να κατανοήσει γιατί το παιδί εμφανίζει επιθετικότητα και ποια ανάγκη του βρίσκεται πίσω από αυτή του τη συμπεριφορά. Η εύρεση λύσεων πρέπει να γίνει με συζήτηση από κοινού. Έτσι οι γονείς πρέπει να μπορούν να εξηγούν την αρνητική συμπεριφορά του εφήβου και να αντιμετωπίζουν την αιτία που την προκαλεί.
  • Οι ανάγκες του παιδιού μεταβάλλονται και είναι διαφορετικές σε κάθε στάδιο ανάπτυξης. Ο γονέας οφείλει να μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές. Στην προνηπιακή και νηπιακή ηλικία ο γονιός είναι αυτός που επηρεάζει το παιδί και είναι ο παντογνώστης και παντοδύναμος. Σταδιακά πρέπει να μπορεί να κατέβει από το βάθρο του και να δεχτεί αμφισβήτηση, αφού κατά τη σχολική και εφηβική ηλικία του παιδιού η επιρροή γίνεται και από το σχολείο, τους συνομηλίκους του και τα Μ.Μ.Ε.( Τριανταφύλλου Κ. 2009, σελ.52-53)
Οι γονείς παρακολουθούν τις αλλαγές του παιδιού τους με δέος και φόβο και διαπιστώνουν ότι η μεταξύ τους σχέση αλλάζει όσο μεγαλώνουν. Αυτές οι αλλαγές συμβαίνουν στην εξωτερική εμφάνιση αλλά και στη συμπεριφορά των εφήβων κυρίως αλλά κα στην εικόνα που είχε ο έφηβος για το γονιό του.( Τριανταφύλλου Κ. 2009,σελ. 62)


Η ΕΦΗΒΕΙΑ


Η περίοδος της εφηβείας είναι αυτά τα 6-7 δύσκολα χρόνια ανάμεσα στη παιδική ηλικία, που χαρακτηρίζεται από ανευθυνότητα και εξάρτηση από τους γονείς, και στην ενηλικίωση, που χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα για τις πράξεις μας και ανεξαρτησία από το οικογενειακό περιβάλλον. Η εφηβεία αποτελεί τη λιγότερο οριοθετημένη φάση της ζωής, ένα μεταβατικό στάδιο στην εξέλιξη της. Η ενηλικίωση προσεγγίζεται σιγά σιγά, με μικρά περιστατικά και συχνά δημιουργείται διαφωνία για τη φάση της εξέλιξης στην οποία βρίσκεται το παιδί και συνεπώς για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του. ( Τριανταφύλλου Κ.2009, σελ. 11)
Αναφέρετε ότι η έναρξη της εφηβείας  τοποθετείτε χρονικά γύρω στα 10 -13 χρόνια για τα κορίτσια και στα 12-14 για τα αγόρια. Τη μαρτυρούν οι πρώτες ενδείξεις της ήβης, οι πρώτες εκφράσεις των σεξουαλικών χαρακτηριστικών . Ως ήβη ορίζεται το σύνολο των βιολογικών και των ανατομικών αλλαγών που καταλήγουν στο σώμα του ενηλίκου και στην ικανότητα αναπαραγωγής. Οι μεταμορφώσεις αυτές αφορούν το σώμα και συγκεκριμένα την ανάπτυξη των οστών, των γεννητικών οργάνων και του εγκεφάλου, και διαρκούν μια περίοδο 5-6 χρόνων κατά μέσο όρο.  Το αποτέλεσμα είναι ότι το παιδί θα μεταμορφωθεί σε ένα νεαρό αγόρι ή κορίτσι .(Καρλατήρα Π, 2010) Υποστηρίζεται από ορισμένους επιστήμονες ότι η περίοδος της εφηβείας δεν είναι ένα ευδιάκριτο αναπτυξιακό στάδιο και δεν παραδέχονται ως ορθή την άποψη ότι το παιδί αποκτά μια άλλη τελείως διαφορετική προσωπικότητα. Υποστηρίζουν ότι μεταμορφώνεται το παιδί σταδιακά σε έφηβο και ο έφηβος σταδιακά σε ενήλικο. Δεν υπάρχουν ακριβείς όρια και για αυτό το λόγο συναντάμε συχνά εκφράσεις όπως «ενδιάμεσο στάδιο» και «ουδέτερη ζώνη μεταξύ παιδικής και εφηβικής ηλικίας».(Herbert M.,1999, σελ.22, )
Η περίοδος της εφηβείας, χαρακτηρίζεται ως περίοδος διερεύνησης των στοιχείων εκείνων που θα διευκολύνουν το άτομο να αποκτήσει την τελική του ταυτότητα και να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του ως ενήλικας. Κατά την περίοδο αυτή, καθώς το παιδί μεταβαίνει από το δημοτικό στο γυμνάσιο, συμβαίνουν δραματικές αλλαγές και αρχίζει μια έντονη δραστηριότητα αναζήτησης, αμφισβήτησης, απογαλακτισμού, προβληματισμού και άγχους. Διαρρηγνύονται οι συνδετικοί κρίκοι του παρελθόντος και εγκαθίστανται νέοι προκαλώντας σύγχυση όχι μόνο στον ίδιο τον έφηβο αλλά και τους ενήλικες οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τη διαπαιδαγώγηση και την ψυχοκοινωνική του προσαρμογή. (Lerner & Galambos, 1998)
Οι ψυχολογικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά την εφηβεία έχουν άμεση σχέση με τις αλλαγές που συμβαίνουν στο σώμα του εφήβου. Η ήβη μπορεί να προκαλεί μια εγωκεντρικότητα στο παιδί. Το σώμα που ως αυτή τη χρονική στιγμή το παιδί το γνώριζε και θεωρούσε αυτονόητο στην εφηβεία γίνεται το επίκεντρο στη ζωή του λόγω των αλλαγών που συμβαίνουν. Έτσι δικαιολογημένα ασχολείται διαρκώς με το σώμα του και το πρόσωπο του. Οι σωματικές και βιολογικές αλλαγές στην ηλικία των 12 ετών για τα κορίτσια και 14 ετών για τα αγόρια, προέρχονται από την παραγωγή ορμονών και είναι θεαματικές. Η ανάπτυξη των μελών του σώματος γίνεται απότομα. Όμως δεν γίνεται ομοιόμορφα αλλά είναι πιο έντονη στη περιφέρεια από ότι στο κορμό. ( Herbert M.1999, σελ. 25)
Η εφηβεία χαρακτηρίζεται από τεράστιες βιολογικές και ψυχολογικές αλλαγές και από τη προσπάθεια του εφήβου να προσαρμοστεί σε αυτές. Η κατάσταση επιτείνεται από τις σημερινές συνθήκες της κοινωνίας που χαρακτηρίζονται από ραγδαίες μεταβολές, ανασφάλεια και κρίση αρχών και αξιών.
Τα χαρακτηριστικά της εφηβείας είναι εγωκεντρισμός ( αυτό θέλω κι αυτό πρέπει να γίνει ), η αυτοαπορρόφιση ( εγώ και κανένας άλλος ), η ανησυχία για σωματικές μεταβολές ( γιατί δε χρειάζομαι ακόμα ξύρισμα; ), η αίσθηση απώλειας ελέγχου ( γιατί συμβαίνει αυτό; ) το άγχος και η αγωνία ( αξίζω; Θα τα καταφέρω;) , η ανησυχία για τη γνώμη των άλλων ( είμαι αρκετά όμορφη; ), η σύγκριση του πραγματικού εαυτού με έναν ιδανικό εαυτό ( πόσο μοιάζω με το μεγάλο ποδοσφαιριστή που θαυμάζω; ), οι δοκιμές ρόλων και ιδεολογίας ( « ο σκληρός» )κ.α. Όπως είναι φυσικό, η διαδικασίες αυτές συνοδεύονται από λάθη που δημιουργούν αίσθηση κενού, θλίψη και μερικές φορές απόγνωση. Η θλίψη και η απόγνωση, που κάποτε κατακλύζουν τον έφηβο είναι μέσα στις αναμενόμενες αντιδράσεις. Η εφηβεία είναι από τη φύση της μια περίοδο απώλειας, απώλεια της ανεμελιάς και της παιδικότητας. ( Τριανταφύλλου Κ.2009, σελ. 12-13 )
Είναι η χρονική περίοδο κατά την οποία συμβαίνουν ραγδαίες και σημαντικές αλλαγές του παιδιού όσο αφορά το κοινωνικό, συναισθηματικό, διανοητικό επίπεδο αλλά και την εξωτερική του εμφάνιση. Οι συναισθηματικές και κοινωνικές, αφορούν τη σχέση του με τον εαυτό του και το σώμα του, με τους γονείς του, άλλους ενηλίκους αλλά και με το αντίθετο φύλο και με τους συνομηλίκους του. Οι αλλαγές αυτές για να βοηθηθεί ο έφηβος πρέπει να γίνονται αποδεκτές και κατανοητές από το οικογενειακό του περιβάλλον και στη συνέχεια να μπορέσει να τοποθετήσει τον εαυτό του και την σχέση του με τους γονείς του σε καινούργιες βάσεις.
Η εφηβεία ως ορισμός περιλαμβάνει την ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού που σχετίζεται με τις βιοσωματικές αλλαγές –διαδικασίες, αυτό που ορίζεται ως «ήβη». Η εφηβεία έχει την αρχή της στην βιολογία και το τέλος της στο πολιτισμό, δηλαδή όταν το κορίτσι ή το αγόρι έχει καταφέρει να αποκτήσει αυτονομία και ανεξαρτησία από τους γονείς του. Δεν υπάρχει ακρίβεια και σαφή χρονικά όρια στον ορισμό της εφηβείας γιατί δεν υπάρχει ξεκάθαρο τέλος , ακόμα και η ήβη στην έναρξη της ποικίλει ανάλογα το περιβάλλον, την κληρονομικότητα και το κλίμα καθώς και εξαρτάται η έναρξη ή η καθυστέρηση της από εξωτερικούς παράγοντες.( Herbert M.σελ.22-23, 1999)
Οι στόχοι που πρέπει να κατακτηθούν στη περίοδο αυτή είναι η ανάπτυξη της προσωπικότητας ( ταυτότητα ) και η σεξουαλική ταυτότητα, καθώς και η συναισθηματική απεξάρτηση από τους γονείς. Γίνεται η ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων έξω από τα πλαίσια της οικογένειας και ο έφηβος συνάπτει σχέσεις με νέα άτομα στα οποία επενδύει συναισθηματικά. Είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία οι γονείς απομυθοποιούνται και από δυνατοί και προστάτες μετατρέπονται σε όντα με αδυναμίες και ικανότητες, με αρνητικά και θετικά στοιχεία. Η εφηβεία είναι μια περίοδος που από τη φύση της οδηγεί σε απώλεια της παιδικότητας και αμφισβήτηση των ως τότε αξιών.


Κάτω από αυτές τις συνθήκες αλλάζει και η συμπεριφορά του εφήβου προς τους γονείς του. Δεν δέχεται την υπερπροστατευτική συμπεριφορά και κάθε τι που τον κάνει να αισθάνεται μικρός και ανίσχυρος τον κάνει να διαμαρτύρεται. Δυσανασχετεί με περιορισμούς και δεν του αρέσει η κριτική, αλλά επιδιώκει να γίνει αποδεκτός ως ένα διαφορετικό και ενήλικο άτομο. Θέλει να έχει το δικό του προσωπικό χώρο και αρχίζει να ντύνεται με ένα άλλο τρόπο, διαφορετικό από πριν και διασκεδάζει με τις δικές του παρέες , έχει τις δικές του απόψεις και φιλοσοφία για τη ζωή. Φυσικά όλα αυτά επιδιώκει να διαφέρουν από τα αντίστοιχα των γονιών του. ( Τριανταφύλλου Κ.2009,σελ 63)
Οι έφηβοι φτιάχνουν για τον εαυτό τους μια ιδανική εικόνα η οποία στηρίζεται στα κριτήρια της παρέας, στη μόδα της ,την ηθική της, τις αξίες της. Νιώθουν όμορφοι ή άσχημοι στο βαθμό που πλησιάζουν ή όχι αυτή την ιδανική εικόνα του εαυτού τους.
Νιώθουν να επιβεβαιώνονται όταν ακολουθούν τη μόδα της παρέας και όταν φοράν τα ρούχα που οι άλλοι αποφάσισαν να φορούν, γιατί αυτό είναι μια απόδειξη συνένωσης και ενσωμάτωσης στην ομάδα. Νιώθουν προστατευμένοι μέσα σε μια ομάδα και μέσα σε μια παρέα. Μιας και ο εαυτός τους δεν τους αρέσει, επιδιώκουν να αρέσουν στον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα των άλλων. ( Ntolto F.-Ntolto Tolits K, 2011, σελ. 26)
Στο τελικό στάδιο, από τα δεκαεπτά έως τα είκοσι έτη, έχουμε τη σταθεροποίηση της ταυτότητας. Οι έντονες συγκρούσεις παύουν, η ταυτότητα ολοκληρώνεται, οι απαιτήσεις της ενήλικης ζωής οδηγούν τον έφηβο να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Οι ετεροφυλικές σεξουαλικές σχέσεις αποκτούν μεγαλύτερη διάρκεια (και μπορεί να καταλήξουν σε αρραβώνα και σε γάμο), ενώ επέρχεται η συμφιλίωση με τους γονείς. Οι έφηβοι ζητούν τη βοήθειά τους για την επιλογή σπουδών και επαγγέλματος. Έτσι, παύει ο ανταγωνισμός και οι γονείς γίνονται σύμμαχοι και φίλοι.( in.gr health16/02/13 εφηβεία )




Ποιές αλλαγές θα πρέπει να κάνει η οικογένεια
Η μορφή της οικογένειας όπως αναφέρθηκε και στο 1ο κεφάλαιο έχει διαφοροποιηθεί. Με την αύξηση των διαζυγίων ή την απόκτηση παιδιών εκτός γάμου και με την αύξηση των συμβιωτικών σχέσεων έχει αλλάξει η δομή της παραδοσιακής οικογένειας. Για το λόγο αυτό, τα πρότυπα ταύτισης και οι στόχοι που θέτουν οι έφηβοι έχουν αλλάξει καθώς και η σχέση με τους γονείς είναι πιο σύνθετες και απαιτητικές από άλλες εποχές.
Ο χρόνος που αφιερώνουν οι γονείς με τους εφήβους είναι μειωμένος και μειώνεται διαρκώς λόγω της εργασίας και των πολλών ενασχολήσεων τους. Όμως και οι ίδιοι οι έφηβοι εκτός από το σχολικό ωράριο πρέπει να ανταποκριθούν και σε άλλες ασχολίες, σε ένα πλήθος άλλων ρόλων που αφιερώνουν πολύ από τον ελεύθερο χρόνο τους, και ο χρόνος για ενδοοικογενειακές διαπροσωπικές σχέσεις μειώνεται σημαντικά.
Η επικοινωνία μεταξύ των γονέων καθώς και η ποιότητα της, επηρεάζουν τη συναισθηματική και κοινωνική έκφραση των εφήβων. Ο σεβασμός μεταξύ των γονέων αλλά και η εκτίμηση επηρεάζουν και το σεβασμό που εκφράζουν οι έφηβοι προς τους ίδιους τους γονείς τους αλλά και στους άλλους συγγενείς και στην ευρύτερη κοινωνία. Έχει παρατηρηθεί ότι η θετική συμπεριφορά του πατέρα προς τη μητέρα είναι κάτι που ικανοποιεί ιδιαίτερα τους εφήβους.
Έτσι αναδεικνύεται σημαντικός ο ρόλος των γονέων στη δημιουργία μιας δημιουργικής και υγιούς σχέσης με τον προβληματισμένο έφηβο της εποχής μας, που αναζητάει την ταυτότητα του. Σημαντικός επίσης είναι ο τρόπος που ο ίδιος ο έφηβος διαχειρίζεται τις δυσκολίες του, τόσο με τον εαυτό του αλλά και με τους γύρω του στη διάρκεια αναζήτησης της ταυτότητας του. ( Μακρή-Μπότσαρη Ε. 2008,σελ 15 )
Όπως κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός έτσι και κάθε παιδί περνάει την εφηβεία με διαφορετικό τρόπο. Έτσι κάποια φαινόμενα της εφηβείας είναι διαφορετικά και εκφράζονται – εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο, οπότε και η συμπεριφορά των γονιών πρέπει να είναι προσαρμοσμένη ανάλογα με τις συνθήκες.( Τριανταφύλλου Κ.,2009, σελ. 14)
Ένα παιδί όταν γεννιέται μεταμορφώνει δυο ενήλικες σε γονείς. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι το παιδί είναι αυτό που κάνει τους γονείς του. Από τη σύλληψη του ακόμα χρησιμοποιεί όποια μέσα διαθέτει, αρχικά με κινήσεις στη συνέχεια, μετά τη γέννηση του με το κλάμα, με φωνές, με αϋπνίες, με θυμό κτλ. Η ησυχία των γονιών διαταράσσεται και ιδιαίτερα όταν πρέπει να απαντήσουν σε ερωτήσεις που θέτουν τα παιδιά τους, όπως : γιατί με κάνατε; Τι κάνετε μαζί; Οπότε είναι και ιδιαίτερα δύσκολο να είναι κανείς γονέας εφήβου. Πρέπει να βρίσκεται διαρκώς παρόν όταν το παιδί τον έχει ανάγκη αλλά σχεδόν να μπει και στο περιθώριο και να μην ασκεί την ίδια επιρροή που ασκούσε πριν την εφηβεία. Έτσι και οι γονείς αλλάζουν από γονείς παιδιών σε γονείς μελλοντικών ενηλίκων, η διαδικασία αυτή δεν είναι και τόσο ευχάριστη. ( Ntolto F.-Ntolto Tolits K, 2011, σελ. 75-76)
Η εφηβεία του παιδιού επηρεάζει και τους γονείς του, που πρέπει να προσαρμοστούν σε μια καινούργια κατάσταση αμφισβήτησης και αντιρρήσεων. Αυτή η κατάσταση είναι φυσική και αν την αντιμετωπίσουν σωστά οι γονείς δεν μπορεί να επηρεάσει την αγάπη και την εκτίμηση των παιδιών για αυτούς.( Τριανταφύλλου Κ,2009, σελ. 54)
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν και μπαίνουν στην ηλικία της εφηβείας, περνούν από την συγκεκριμένη στην αφηρημένη σκέψη και τότε έχουν ανάγκη από καθοδήγηση και αυστηρά όρια. Τα όρια αυτά πρέπει να μπαίνουν από τους γονείς έχοντας υπόψη τους την ασφάλεια του παιδιού και τη συμπεριφορά του. Πρέπει να τηρούν τα όρια αυτά που θέτουν οι γονείς για να ενισχύσουν τα παιδιά να κατανοήσουν ότι είναι υπεύθυνα για τις δικές τους πράξεις και αν παρουσιάσουν ανάρμοστη συμπεριφορά θα υποστούν και τις λογικές συνέπειες της. Πρέπει να ενθαρρύνουν τους εφήβους να κρίνουν οι ίδιοι τη συμπεριφορά τους, να τους βοηθούν κάνοντας τους να νιώσουν ότι έχουν τον έλεγχο των πράξεων τους και να τους δίνουν επιλογές στα πλαίσια των ορίων που έχουν θέσει. Αυτός είναι ο ρόλος του γονιού «συμβούλου».
Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται έφηβοι αυτός ο τύπος γονιού είναι ο πιο κατάλληλος και γίνεται ακόμα πιο σημαντικός. Οι έφηβοι συνήθως αντιδρούν στους κανόνες και επαναστατούν με τους αυστηρούς περιορισμούς αφού σκέπτονται με άλλο τρόπο από αυτόν που σκέφτονταν όταν ήταν μικρά. Λόγω αυτής της αλλαγής στο τρόπο σκέψης πρέπει οι γονείς για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες που δημιουργούνται να προσαρμόσουν το ρόλο τους.
Πρέπει να υπαναχωρούν λίγο από το να επιβάλλουν όρια και να αφήνουν τα παιδιά να διδαχθούν από τις λογικές, φυσικές συνέπειες του πραγματικού κόσμου. Δηλαδή να καθοδηγούν τους εφήβους και να τους συμβουλεύουν έτσι ώστε να μπορούν να χειριστούν τις συνέπειες των αποφάσεων τους.(Cline F, Fay J,2010, σελ.37)
Τα παιδιά σε αυτή τη μεταβατική φάση χρειάζονται την συναισθηματική στήριξη των γονιών τους αλλά και μετά την εφηβεία. Έτσι ο ρόλος του γονέα μεταβάλλεται και αλλάζει ανάλογα σε ένα λεπτό τρόπο. Καθώς ο έφηβος ωριμάζει πρέπει να γίνονται πιο διακριτικοί και διαλλακτικοί στην επιτήρηση και καθοδήγηση του. Στους έφηβους αρέσει και η ελευθερία του ενηλίκου αλλά και η προστασία που λαμβάνει από τους γονείς ως παιδί. Αν οι γονείς μπορέσουν να το κατανοήσουν αυτό τότε η εφηβεία μπορεί να γίνει μια ευχάριστη φάση ανάπτυξης, αφού και οι γονείς πρέπει να βρίσκονται σε επαφή με τους έφηβους και να έχουν επαφή με νεότερα άτομα. Η σκέψη τους πρέπει να είναι ευέλικτη και να έχει νεανικό σφρίγος. ( Herbert M. 1999, σελ.79-80 )
Η έρευνα σχετικά με μεθόδους ανατροφής των παιδιών αναφέρεται σε ένα «μείγμα» παραχωρητικότητας και ενθαρρυντικής στάσης αποδοχής που είναι και η πιο αντιπροσωπευτική από αυτές που υποστηρίζουν οι ειδικοί. Μια τέτοια στάση οδηγεί με μεγάλη πιθανότητα στο να δημιουργηθούν νέοι άνθρωποι που θα είναι φιλικοί, δημιουργικοί, ανοικτοί στην κοινωνία, ανεξάρτητοι και διεκδικητικοί. Βέβαια οι υπερβολές στις παραχωρήσεις ή στους περιορισμούς συνεπάγονται κινδύνους. Οι έφηβοι οι οποίοι μεγαλώνουν με παραχωρητικούς γονείς όταν ανατρέφονται και εκπαιδεύονται με αγάπη και σωστά πρότυπα –για να ταυτιστούν με αυτά και να τα μιμηθούν –και με λογικά επιχειρήματα, τους δίνεται η ευκαιρία της μάθησης με τη μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης. Οι έφηβοι οι οποίοι προέρχονται από οικογένειες που επικρατούν δημοκρατικές αλληλεπιδράσεις, κατατάσσονται σε μια ψυχολογικά «υγιέστερη» ομάδα ατόμων, που μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τη ζωή. Έτσι σε ένα τέτοιο κλίμα αντιμετωπίζονται με επιτυχία διάφορα προβλήματα της καθημερινής ζωής αλλά και οι διάφορες συγκρούσεις που μπορεί να υπάρχουν χωρίς να αλλοιώνεται η αγάπη μεταξύ των μελών της οικογένειας ή να επικρατεί η αυταρχική συμπεριφορά. (Herbert M. 1999, σελ.54-55 )
Στην ηλικία της εφηβείας τα παιδιά επικεντρώνονται στις σχέσεις τους με τους συνομηλίκους τους. Στην προσπάθεια για κοινωνικοποίηση αναπτύσσουν στενές καθώς και έντονες σχέσεις φιλίας ή φλερτάρουν. Αυτές οι σχέσεις επηρεάζουν την συμπεριφορά του, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί, τον τρόπο που ντύνεται, τη διάθεση του και καθορίζουν τη ζωή του. Επιδιώκει να ενταχθεί στην ομάδα των συνομήλικων του και να γίνει αποδεκτός. Όμως μέσα από αυτή τη στενή σχέση μπορεί να εξερευνήσει τον εαυτό του και να μάθει να συνεργάζεται, να μοιράζεται και να διεκδικεί. Στο φλερτ προστίθενται οι βιολογικές του ανησυχίες και η απόκτηση της ταυτότητας του φύλου του.( Τριανταφύλλου Κ. 2009, σελ 24)
Οι γονείς ενδιαφέρονται για τους φίλους που διαλέγουν τα παιδιά τους αφού ασκούν σε αυτή την ηλικία ιδιαίτερη επιρροή και μπορούν να μειώσουν κατά πολύ την δική τους επιρροή στον έφηβο. Δικαιολογημένα οι γονείς ενδιαφέρονται για τις καλές ή κακές παρέες και επιρροές των παιδιών τους. Παρόλα αυτά ο τρόπος που πρέπει να ελέγχονται είναι πολύ σημαντικός. Είναι φανερό ότι δεν μπορούν να έχουν τον έφηβο κάτω από στενή επιτήρηση αλλά ούτε να τον αφήνουν χωρίς επίβλεψη γιατί αν το αντιληφθούν τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα υπάρξουν προβλήματα. Οπότε το καλύτερο είναι να τους «ελέγχουν χωρίς να τους παίρνουν είδηση». ( Herbert M. 1999, σελ.71 )
Καλό είναι να επιτρέπουν στον έφηβο να είναι αφοσιωμένος στους κολλητούς του και στα φλερτ του, παρόλο που μπορεί να τους διαθέτει μεγάλο κομμάτι από το χρόνο του και την ενέργεια του γιατί όσο και να τον περιορίσουν, εκείνος θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να ασχολείται μαζί τους. Πρέπει να γνωρίζουν ότι αν το παιδί τους έχει επιλέξει άτομα που εκείνοι φοβούνται ότι δεν είναι αντάξια του, θα το αντιληφτεί και θα τους απομακρύνει, καθώς επίσης θα διδαχθεί και από αυτή του την εμπειρία. ( Τριανταφύλλου Κ., 2009, σελ. 25)
Το θέμα της μελέτης και της σχολικής επίδοσης είναι ένα ακόμα φλέγον θέμα στην εφηβεία. Γίνεται αιτία για διαφωνίες μεταξύ γονιών και εφήβου ή οι γονείς καταφεύγουν σε δωροδοκία για να κάνουν το παιδί να διαβάσει και να έχει μια καλύτερη επίδοση. Όμως αυτό που χρειάζεται είναι να κατανοήσουν οι γονείς ότι δεν μπορούν να πιέζουν τον έφηβο να κάνει κάτι που δεν θέλει και ότι αν το κάνουν τα αποτελέσματα θα διαρκέσουν για λίγο χρονικό διάστημα. Επομένως η μελέτη σε αυτή την ηλικία είναι προσωπική ευθύνη του παιδιού και γίνεται με δική του ευθύνη καθώς επίσης εξαρτάται από τις προσωπικές του επιθυμίες, επιλογές και τους στόχους που έχει θέσει. Αυτό που μπορεί να κάνει ο γονιός είναι να δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον με κατάλληλες συνθήκες και να είναι παρών όταν ο έφηβος τον χρειάζεται, όπως πχ να κρατήσει το βιβλίο ή να ακούσει κάποιες απορίες και ανησυχίες του. Δεν ωφελεί ο γονιός να έχει προσδοκίες για το παιδί του οι οποίες προέρχονται από δικές του συναισθηματικές ελλείψεις και ανικανοποίητες πλευρές.
Οι γονείς πρέπει να σκεφτούν ποια συμπεριφορά περιμένει ο έφηβος από αυτούς και να την αποφύγουν. Αν αλλάξουν την αντίδραση τους είναι πολύ πιθανό και ο έφηβος να αλλάξει την ενέργεια που την προκαλεί και να την αξιολογήσει μόνος του. Αν ανεχθούν κάποια πράγματα που με αυτά δε συμφωνούν έτσι επιτρέπουν στα παιδία να είναι υπεύθυνα για τον εαυτό τους.
Ο προσωπικός χώρος του εφήβου ( δωμάτιο ) είναι συνήθως ακατάστατος. Καλό είναι να μην τον παραβιάζουν οι γονείς, αρκεί να μην προεκτείνεται αυτή η ακαταστασία και στο υπόλοιπο σπίτι. Πρέπει να του επιτρέπουν να ακούει τη μουσική που του αρέσει παρόλο που μπορεί να μην αρέσει στους ίδιους, αρκεί να τηρεί τις ώρες κοινής ησυχίας και η ένταση να διατηρείτε σε ανεκτά επίπεδα. Να τον αφήνουν να ντύνεται με τον τρόπο που του αρέσει, ανάλογα με την ομάδα των συνομηλίκων που έχει ενταχθεί και την ανησυχία που έχει για το τι εντύπωση δημιουργεί στους άλλους. Μπορούν να συζητήσουν μαζί του τις απόψεις τους για το τι θεωρούν υπερβολή και τις διαφορές που υπάρχουν στο ντύσιμο ανάλογα με τη περίσταση και τις τροποποιήσεις που είναι καλό να γίνονται από όλους. ( Τριανταφύλλου Κ.2009, σελ. 64-65 )
Οι παραχωρητικοί γονείς ως επί το πλείστον δείχνουν να έχουν εφήβους που έχουν περισσότερη αυτονομία και ιδιαίτερα οι γονείς που αντικαθιστούν τα διάφορα μέσα πειθαρχίας με την συζήτηση. Αυτοί οι γονείς που συνδυάζουν την αγάπη με τη παραχωρητικότητα διατηρούν μια στάση αποδοχής προς το παιδί και συνεργάζονται μαζί του. Αυτό δε σημαίνει ότι παραμελούν τα παιδιά τους και δεν ενδιαφέρονται για αυτά. Έτσι οι γονείς οι οποίοι έχουν παιδιά στην εφηβεία πρέπει να μην είναι τημωρητικοί, να καλλιεργούν μια στάση κατανόησης και αποδοχής όσο αφορά τις ορμές του, τις επιθυμίες του και τις πράξεις του. Να είναι ικανοί να επιτρέπουν στον έφηβο να ρυθμίσει τις δραστηριότητες του και να αποφεύγουν την υπερβολική άσκηση ελέγχου.(Herbert M. 1999, σελ.50-51 )
Για να διευκολύνουν την πορεία του παιδιού στην ενήλικη ζωή πρέπει να είναι προετοιμασμένοι οι γονείς να αναθέσουν ευθύνες στον έφηβο για να του δώσουν την ευκαιρία να συμμετέχει στη λήψη από κοινού αποφάσεων και στη διατύπωση κανόνων.
Παρόλα αυτά δεν υπάρχει σίγουρη μέθοδο απόλυτα εγγυημένη για να μεγαλώσει κάνεις υπεύθυνα παιδιά. Υπάρχουν περιπτώσεις γονιών που εφαρμόζουν λανθασμένες μεθόδους και μεγαλώνουν σωστά παιδιά. Τίποτε δεν είναι σίγουρο στην ανατροφή των παιδιών. Όμως αυξάνονται οι πιθανότητες να μεγαλώσει υπεύθυνα παιδιά μια οικογένεια που παίρνει συνετά ρίσκα. Αυτό πραγματοποιείται όταν επιτρέπουν οι γονείς στο παιδί να αποτύχει, γιατί έτσι δε θα είναι σε θέση να του επιτρέψουν να επιλέξει την επιτυχία. (Cline F. Fay J.2010, σελ. 38-39 )




ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ :
«Οι γονείς αποτελούν τον κοινωνικό καθρέπτη του παιδιού. Αν ο έφηβος αισθάνεται ότι οι γονείς του τον περιβάλλουν με στοργή, σεβασμό και εμπιστοσύνη, τότε μπορεί να σκεφτεί τον εαυτό του ως άξιο στοργής, σεβασμού και εμπιστοσύνης.» ( Μακρή-Μπότσαρη Ε. 2008, σελ 11)
Είναι αυτονόητο μετά από την παραπάνω περιγραφή ότι οι γονείς που αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο ανατροφής ενός εφήβου πρέπει :
  • Να διατηρούν δεσμούς στοργής και σεβασμού, όση περισσότερη στοργή υπάρχει ως θεμέλιο για τους κανόνες που θέτουν, τόσο περισσότερη προσοχή θα δώσει ο έφηβος σε αυτά που θα του πουν.
  • Να προσπαθήσουν να κάνουν ξεκάθαρους και για τους ίδιους και για τον έφηβο τους στόχους και σκοπούς που υπάρχουν πίσω από την επίβλεψη και διαπαιδαγώγηση τους. Να δίνουν ένα λογικό όριο ελευθερίας επιλογών στον έφηβο και να μην χάνουν την δική τους αυτοπειθαρχία κατά τη διάρκεια συγκρίσεων από τους εφήβους.
  • Να διαλέγουν προσεκτικά τους κανόνες που θα θέσουν όταν μπαίνει το παιδί τους στην κρίσιμη αυτή ηλικία. Να μην θέτονται απλά γιατί πρέπει αλλά να έχουν άμεση σχέση με την ασφάλεια , την κοινωνική και συναισθηματική ωριμότητα του εφήβου και την καλή του κατάσταση. Οι κανόνες είναι αποτελεσματικοί όταν είναι απλοί, δίκαιοι και κατανοητοί, καθώς και να εφαρμόζονται πιστά έτσι ώστε να γνωρίζουν οι έφηβοι τις συνέπειες αν τους παραβούν.
  • Να είναι οι ίδιοι οι γονείς συνεπείς. Να μην τιμωρούν μια συμπεριφορά ενώ ίδια ή παρόμοια συμπεριφορά δεν την τιμωρούν μετά από μια εβδομάδα.
  • Να είναι επίμονοι. Να παραμένουν σταθεροί στη στάση τους και σε αυτό το κανόνα που έθεσαν και να μην υποχωρούν με την επιμονή του παιδιού. Έτσι μπορεί να συμπεράνει ο έφηβος ότι ο λόγος του γονιού δεν έχει ισχύ και αν κάνουν φασαρία για μεγάλο διάστημα θα καταφέρουν να «περάσει το δικό τους».
  • Να ερμηνεύουν τους κανόνες με λογικές εξηγήσεις.
  • Να δίνουν στους έφηβους υπευθυνότητες . Ένας τρόπος για να πάρουν και οι ίδιοι μαθήματα είναι να τα διδάξουν σε άλλους. Όπως πχ να φροντίσουν για λίγο το μικρό αδελφό ή αδελφή υποκαθιστώντας τον γονέα, γιατί αυτό τους βοηθάει στην κοινωνική ευαισθησία και ωριμότητα τους.(Herbert M. 1999, σελ.123-124 )


Ο έφηβος δεν πρέπει να παραμείνει παιδί μέσα στην ασφάλεια που του παρέχει η οικογένεια του γιατί τελικά αυτό θα του δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ανασφάλεια! Το να μείνει μέσα στην οικογένεια του και να ακούει τη μαμά και το μπαμπά είναι κάτι αδύνατο. Γι αυτό οι γονείς πρέπει να μάθουν να βοηθούν αυτόν που αγαπά, που μιλάει και σκέφτεται, δηλαδή το άτομο που βρίσκεται μέσα στον κάθε έφηβο. Να μπορέσουν να τον βοηθήσουν να βρει με υπομονή τον εαυτό του, μέσα σε αυτό το σώμα που διαρκώς αλλάζει και του δημιουργεί ορμές και επιθυμίες, που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει και να ελέγξει και που του προκαλούν πληθώρα συναισθημάτων. (Ntolto F.-Ntolto Tolits K, 2011, σελ. 139)
Οι έφηβοι από δημοκρατικούς γονείς συνήθως είναι ώριμα και επιτυχημένα άτομα. Είναι αισιόδοξοι, προσαρμόζονται, έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, έχουν αυτοελεγχόμενη συμπεριφορά, ισχυρή ταυτότητα, αναγνώριση προς τους γονείς και καλές σχέσεις μαζί τους. Σε αντίθεση τα παιδία αυτά που μεγαλώνουν με γονείς που δεν ασχολούνται πολύ μαζί τους, έχουν τη τάση να είναι ανεύθυνα, με μικρότερο αυτοέλεγχο, ενώ αυτά που οι γονείς είναι αυταρχικοί δεν αναπτύσσουν κοινωνική συνείδηση και περιμένουν εξωτερικό έλεγχο. (Τριανταφύλλου Κ. 2009, σελ 47)


Βιβλιογραφία :
Cline F.- Fay J. (2010), « Μεγαλώστε τα παιδιά σας με αγάπη και λογική», Αθήνα, Κριτική.
Δραγωνά Θ.- Ντάβου Μ. (1992) «Εφηβεία Προσδοκίες και αναζητήσεις» Αθήνα, Παπαζήση.
Herbert M. (1999) «Ψυχολογικά προβλήματα εφηβικής ηλικίας», Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
Lerner, R.M. & Galambos, N.L. (1998). «Adolescent development: Challenges and opportunities for research, programs, and policies». Annual Review of Psychology, 49, σελ. 413-446.
Μισέλ Α. (2000), «Κοινωνιολογία της οικογένειας και του γάμου», Αθήνα, Gutenberg.
Ntolto F.-Ntolto Tolits K,(2011) «Έφηβοι, προβλήματα και ανησυχίες», 16η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη.
Τσαούσης Δ. (2004), «Η κοινωνία του ανθρώπου», Αθήνα, Gutenberg.
Τριανταφύλλου Κ.,(2009), «Έφηβοι και γονείς» ( Συμβουλευτική για γονείς εφήβων) Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλας.
Ηλεκτρονικές πηγές:
Κρίση της εφηβείας» 16/02/13 (Ανάκτηση 21 Φεβρουαρίου 2013)
Μακρή – Μπότσαρη Ε, (2008), «Σύγχρονα προβλήματα εφηβείας», «Παιδαγωγική επιμόρφωση εκπαιδευτικών του Ο.Α.Ε.Δ.» , Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. (Ανάκτηση 20 Φεβρουαρίου 2013),

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου